Παρασκευή 28 Αυγούστου 2020

ΠΕΡΙ ΑΓΧΟΥΣ



+ Τί θα πει άγχος, νεύρα, ψυχασθένειες; Δεν υποτασσόμεθα στο Χριστό με αγάπη και μπαίνει ο διάβολος και μας ανακατεύει. Το άγχος είναι ασθένεια της ψυχής και δεν εξαρτάται από υλικές ελλείψεις. Μπορεί ένας υγιής άνθρωπος να έχει πολλά εκατομμύρια στην Τράπεζα και να ζει μέσα στο άγχος. Το άγχος καταπολεμείται με την εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού και τον καλόν αγώνα. Η έλλειψη εμπιστοσύνης στο Θεό, δημιουργεί το άγχος. ~ Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης ~

+ Το άγχος πάλι πολύ κακό, παθαίνεις καρκίνο, καρδιά... ~ Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης ~

+ Αυτοί που δεν έχουν μέσα τους τον Χριστό, είναι γεμάτοι από άγχος. Όταν όμως ο άνθρωπος συλλάβει το βαθύτερο νόημα της ζωής, τότε φεύγει όλο το άγχος του και έρχεται η Θεία παρηγοριά και θεραπεύεται. Και όταν ελευθερωθεί ο άνθρωπος από το άγχος τότε αναπαύονται κοντά του κάθε είδους άνθρωποι. Για τίποτε να μην έχετε άγχος. Το άγχος είναι του διαβόλου, είναι ολιγοπιστία Όταν βλέπετε άγχος, να ξέρετε, ότι εκεί έχει βάλει την ουρά του το ταγκαλάκι. Όταν νιώθουμε στον αγώνα μας άγχος, να ξέρουμε, ότι δεν κινούμαστε στον χώρο του Θεού. Ο Θεός δεν είναι τύραννος να μας πνίγει. ~ Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης ~

+ Από τη στιγμή που αγχωνόμαστε και αγωνιούμε, εμποδίζουμε τον Θεό να επέμβει! Πρέπει να απλοποιήσουμε την ζωή μας, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στον Θεό, για να ελευθερωθούμε από το άγχος. Όσο απομακρύνονται οι άνθρωποι από την φυσική ζωή, την απλή και προχωρούν στην πολυτέλεια, στην καλοπέραση και στην κοσμική ευτυχία, αυξάνουν και το ανθρώπινο άγχος. Η πολυτέλεια κουράζει. Είναι μερικοί που συνέχεια θέλουν να αλλάζουν έπιπλα κλπ. Τρέχουν μετά να βγάλουν περισσότερα χρήματα και έτσι γεμίζουν άγχος. ~ Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης ~

+ Η αγωνία στην γωνία... ~ Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης ~

+ Μην έχετε άγχος και μην αρχίσετε να λέτε «τί θα φάμε;» ή «τί θα πιούμε;» ή «τί θα φορέσουμε;» επειδή για όλα αυτά αγωνιούν οι άπιστοι μόνο (Ματθ. 6, 31-32). ~ Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ~

+ Μην αγωνιάς για τίποτε, αφού ο Κύριος σου είναι παρών στη ζωή σου. Η αγκάλη Του σε περιβάλλει από παντού. Βρίσκεται, όχι μονάχα γύρω σου, αλλά μέσα σου, γνωρίζοντας όλους τους λογισμούς τις ανάγκες και τους πόθους σου. ~ Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης ~

+ Τα συνηθισμένα μέσα που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι της εποχής μας, για να διώξουν μακριά το άγχος τους είναι οι διασκεδάσεις, τα χαρτιά, οι χοροί και τα θέατρα. Τέτοια μέσα όμως, αυξάνουν ακόμα περισσότερο το άγχος και την ταραχή της καρδιάς τους. Αν αντίθετα, στρέψουν τα μάτια τους στο Θεό, τότε ξαλαφρώνει η καρδιά τους και βλέπουν καθαρά το φορτίο που πριν τους βάραινε και δεν το καταλάβαιναν... ~ Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης ~

+ Πρέπει να απλοποιήσουμε τη ζωή μας, για να μειώσουμε τους λογισμούς μας. Όσο όμως δεν το κάνουμε αυτό, θα μας περιτριγυρίζουν επικίνδυνοι και πονηροί λογισμοί, οι οποίοι θα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και θα προκαλούν το αίσθημα του άγχους. Το άγχος καταπολεμείται με την πίστη και την ελπίδα στο Θεό. Είναι εγκληματικό το λάθος που κάνουν οι ιατροί, να αντιμετωπίζουν το άγχος με φάρμακα. Το άγχος είναι πνευματικό πρόβλημα και όχι σωματικό (υλικό) και επομένως ''χαπάκι'' θέλει η ψυχή και όχι το σώμα. Κάνοντας λάθος διάγνωση του προβλήματος, οι ιατροί όχι μόνο δεν θεραπεύουν, αλλά και καταδικάζουν τον αγχωτικό άνθρωπο. ~ Γέροντας Εφραίμ της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα ~

+ Ο άνθρωπος έχει άγχος, γιατί έχει καταργήσει τον Θεό και έχει θεοποιήσει τον εαυτόν του. ~ π. Βαρνάβας Γιάγκου ~

+ Αν φοβάμαι και αγωνιώ, τότε κατασυκοφαντώ τον Θεό. ~ π. Βαρνάβας Γιάγκου ~

+ Πόσο πόνο μας έχουν προκαλέσει τα κακά, που δεν συνέβησαν ποτέ! ~Τζέφερσον ~

+ Όσοι δεν ξέρουν να καταπολεμούν το άγχος, πεθαίνουν νέοι. ~ Καρρέλ ~

+ Άγχος σημαίνει, τα φόρτωσα όλα στον εαυτό μου και τίποτε στο Θεό.

+ Η αρχή του άγχους, σημαίνει το τέλος της πίστης. Η αρχή της πίστης, σημαίνει το τέλος του άγχους.

+ Όσο λιγότερο αγωνιάς για ένα ζήτημά σου, τόσο καλύτερα τα καταφέρνεις να βρεις μια λύση γι'αυτό.

+ Μιας μέρας άγχος, είναι περισσότερο εξαντλητικό για τον άνθρωπο, από μιας εβδομάδας εργασία.

+ Βούλιαξαν τα καράβια σου;

+ Κάθεται πάνω σε αναμμένα κάρβουνα.
55) Τί είναι το άγχος;

Κάποτε πήρα μια μεγάλη ποσότητα καραμέλες και πήγα σ' ένα ορφανοτροφείο. Μοίρασα τις καραμέλες στα ορφανά παιδιά, αλλά έβλεπα βαθιά μέσα στις ψυχές τους, που ήταν πιασμένες, μαζεμένες και έτσι τα παιδιά δεν είχαν την άνεση να χαμογελάσουν. Έφυγα από εκεί και πήγα να πάρω το λεωφορείο.

Όταν μπήκα στο λεωφορείο, είδα κάποιους επιβάτες να τσακώνονται μεταξύ τους: «Σήκω από εδώ... κάθισε πιο πέρα... μάζεψε τα πόδια σου...» κ.ο.κ.. Φώναζαν ο ένας στον άλλο, διαπληκτίζονταν ο ένας με τον άλλο. Σκέφτηκα τότε: «Εκείνα τα παιδιά, στο ορφανοτροφείο, ορφανά από τον επίγειο πατέρα τους· αυτοί εδώ, τα μεγάλα αυτά παιδιά, ορφανά και αυτά από τον Ουράνιο Πατέρα τους». Λόγω αυτής της ορφάνιας, που έχει ο κόσμος σε σχέση με τον Θεό, ο οποίος είναι η χαρά, δεν ξέρει τί κάνει και παραφέρεται.

Αν ο άνθρωπος μπει στην γραμμή του Θεού και της Εκκλησίας και γνωρίσει τον Πατέρα του τον Ουράνιο, τότε δεν θα συμπεριφέρεται πλέον ως ορφανός και θα έχει μόνιμα τη χαρά. Το άγχος τί είναι; Είναι, ακριβώς, αυτή η ορφάνια από τον Ουράνιο Πατέρα.

~ Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης ~

ΠΕΡΙ ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗΣ



 + Και προσέφερον αυτώ παιδία, ίνα αυτών άψηται· οι δε μαθηταί επετίμων τοις προσφέρουσιν. Ιδών δε ο Ιησούς ηγανάκτησε και είπεν αυτοίς· άφετε τα παιδία έρχεσθαι προς με, και μη κωλύετε αυτά· των γαρ τοιούτων έστιν η βασιλεία του Θεού. [Έφεραν στον Κύριο μερικά παιδιά για να τους δώσει την ευλογία Του, οι μαθητές όμως έκαναν αυστηρές συστάσεις σ' αυτούς που τα έφεραν (διότι θεώρησαν, ότι ο Κύριος είχε άλλα σοβαρότερα να κάνει). Βλέποντας λοιπόν ο Ιησούς αυτό, αγανάκτησε και είπε στους μαθητές του: ''Αφήστε τα παιδιά να έρχονται σ' Εμένα. Μην τα εμποδίζετε, διότι η Βασιλεία του Θεού ανήκει σε ανθρώπους, που είναι σαν και αυτά''.] ~ Κατά Μάρκον 10,13-14 ~

+ Υπάρχει δηλαδή και δικαία, Θεία αγανάκτηση και μόνο αυτή η αγανάκτηση δικαιολογείται στον άνθρωπο. Ο Μωϋσής, όταν είδε τον λαό να θυσιάζει στο χρυσό μοσχάρι, αγανάκτησε και πέταξε κάτω τις πλάκες με τις εντολές που του έδωσε ο Θεός και έσπασαν. ~ Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης ~

+ Ένας πνευματικός άνθρωπος, όταν πάει με αγανάκτηση να υπερασπίσει τον εαυτό του για ένα ατομικό του θέμα, αυτό είναι καθαρά εγωιστικό, είναι ενέργεια του πειρασμού. Δέχεται επιδράσεις δαιμονικές εξωτερικές. Αν κάποιον τον αδικούν ή τον κοροϊδεύουν, αυτόν πρέπει οι άλλοι να τον υπερασπίζονται, για το δίκιο, όχι για προσωπικό τους συμφέρον. Δεν ταιριάζει να μαλώνεις για τον εαυτό σου. Άλλο το να αντίδρασεις, για να υπερασπιστείς σοβαρά πνευματικά θέματα, θέματα που αφορούν την πίστη μας, την Ορθοδοξία, αυτό είναι καθήκον σου! Όταν σκέφτεσαι τους άλλους και αντιδράς, για να τους βοηθήσεις, τότε αυτό είναι καθαρό, γιατί γίνεται από αγάπη. Δεν έχει κακία μέσα του, ούτε κάνει κακό στον άλλον. ''Οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε'' (Ψαλμοί 4,5), δεν λέει ο Δαβίδ; ~ Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης ~

+ Να ξέρετε, ότι όχι μόνο η κατάρα των γονέων πιάνει πολύ, αλλά και η αγανάκτησή τους. Ο γονέας μόνο να αγανακτήσει με το παιδί του, το παιδί δεν βλέπει άσπρη μέρα. Η ζωή του είναι όλο βάσανα. Ταλαιπωρείται πολύ σ' αυτήν τη ζωή, αλλά ξελαφρώνει στην άλλη, γιατί ξοφλάει εδώ μερικά... ~ Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης ~

 + Να μην αγανακτούμε με εκείνους που είναι βλάσφημοι, αντίθεοι, διώκτες κ.λπ. Η αγανάκτηση κάνει κακό. Τα λόγια τους, την κακία τους να μισήσουμε, ούτε να αγανακτούμε εναντίον του. Να προσευχηθούμε γι' αυτόν. Ο Χριστιανός έχεις αγάπη και φέρεται ανάλογα. ~ Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης ~

 + Όταν κάποιος σας ενοχλεί, η αγανάκτηση είναι αδικαιολόγητη, καθώς γεννιέται από τον εγωισμό. Τότε ο ο εχθρός είναι κοντά σας. Και κερδίζει... Η αγανάκτηση και ο θυμός επιτρέπονται μόνο, όταν στρέφονται εναντίον των κακών λογισμών και επιθυμιών. ~ Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος ~

+ Βλέπεις κάποιον να τρώει με τα χέρια του και αγανακτείς. Αυτό δείχνει σαφώς, ότι δεν άρχισες ακόμη την πνευματική σου ζωή. Η άσκησή σου είναι στα προοίμια. ~ Γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης ~

+ Η αγανάκτηση δεν είναι αμαρτία και είναι ένα σπουδαιό στοιχείο, για την άμυνα κατά του κακού, αλλά και για την διατήρηση του αγαθού. Πώς θα διατηρήσουμε το αγαθό, εάν δεν αγανακτήσουμε εναντίον του κακού; Εκείνο που πρέπει να προσέξουμε, είναι το κίνητρο της αγανακτήσεως, το 5 οποίο πρέπει να είναι αγαθό, διαφορετικά καθιστούμε την αγανάκτησή μας εφάμαρτη. ~ π. Αθανάσιος Μυτιληναίος ~

+ Το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν νοιώθουν ''δικαία αγανάκτηση'', είναι ένα θλιβερό σημάδι, διότι δείχνει, ότι δεν υπάρχει επίγνωση της πραγματικής φύσεως της αμαρτίας.

+ Έφτασε ο κόμπος στο χτένι. + Έφτασε πια το μαχαίρι στο κόκκαλο.
3) Πότε η αγανάκτηση δεν είναι αμαρτία


Μια φορά ήρθε στο Καλύβι κάποιος, που ήταν σωματώδης σαν γορίλλας και

κάθισε σε μια άκρη. Εκείνη την ώρα έλεγα σε μια παρέα:

- Βρε, μόνο για παρελάσεις είστε, όχι για μάχες. Θυσιάστηκε ο Χριστός.

Έχουμε Ορθοδοξία. Μαρτύρησαν Άγιοι που μας βοηθούν ακόμη και αν δεν

είχαν πέσει αυτοί, ποιός ξέρει τι θα είμασταν.

Όλα αυτά τον είχαν εξοργίσει. Ερχόταν, έφευγε ο κόσμος, αυτός καθόταν

εκεί. Είχε τον σκοπό του... Ήταν ένα κρύο πράγμα. Τελικά έφυγαν και οι

τελευταίοι.

- Νύχτωσε του λέω, άντε που θα πας;

- Δεν με απασχολεί το θέμα, μου λέει.

- Με απασχολεί εμένα, άντε να πας του λέω.

Ορμάει τότε πάνω μου και με αρπάζει από τον λαιμό.

- Α, βρε εσύ με τους θεούς σου.., μου λέει.

Όταν άκουσα να μου λέει: ''τους θεούς σου'', ένοιωσα σαν να έβρισε τον

Θεό.

- Τί, ειδωλολάτρης είμαι εγώ; Ποιούς θεούς βρε αθεόφοβε; του λέω.

Του έδωσα μια σπρωξιά, σωριάστηκε κάτω και μαζεύτηκε κουβάρι. Πως

βγήκε έξω από την πόρτα και εγώ δεν κατάλαβα. Αυτός είχε καθίσει στο

τέλος, γιατί φαίνεται ήθελε να με ξεκάνει, αφού με άρπαξε από τον λαιμό

να με πνίξει... ~ Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης ~

Οσίου Ἰουστίνου Πόποβιτς: περί του λόγου της ζωής


“῝Ο ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς·”
῾Ο Θεός Λόγος, πού εἶναι Αἰώνια Ζωή, πέρασε σέ μᾶς· «ὃ ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς» δηλαδή τό Αἰώνιο κατέβηκε στή γῆ, ἔγινε σάρκα, ἔγινε ἡ δική μας γήινη πραγματικότητα, ἔγινε προσιτό στά αἰσθητήριά μας, στή γνώση μας καί στίς αἰσθήσεις μας· κι αὐτό εἶναι «ὃ ἀκηκόαμεν»· ἀκούσαμε τό εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ Λόγου· εἶναι ἐκεῖνο «ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν»· εἴδαμε Θεό σέ σῶμα, Θεό στόν κόσμο, τόν Θεό ἀνάμεσά μας· εἶναι ἐκεῖνο «ὃ ἐθεασάμεθα»· ἔχουμε δεῖ, ἔχουμε παρατηρήσει τόν Θεό στόν ἄνθρωπο· εἶναι ἐκεῖνο πού «αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν»· ἄγγιξαν τό σῶμα τοῦ Θεοῦ Λόγου, τόσο πρίν ἀπό τόν σταυρικό του θάνατο, ὅσο καί μετά τήν ἀνάστασή του ἀπό τούς νεκρούς. «᾿Ακούσαμε, εἴδαμε, παρατηρήσαμε, ψηλαφήσαμε» -τό Λόγο τῆς ζωῆς, τό Θεό τῆς ζωῆς. ῾Ο Θεός Λόγος ἔγινε ἡ δική μας πιό προσιτή πραγματικότητα· κι ἐμεῖς αὐτό τό ἐπαληθεύουμε μέ τόν πιό ὀφθαλμοφανῆ, τόν πλέον πειραματικό τρόπο.

῾Η μέθοδος εἶναι καθαρά πειραματική, δοκιμαστική. «῾Ο Λόγος τῆς ζωῆς» εἶναι στήν πραγματικότητα ἡ Λογική τῆς ζωῆς, ἡ Σοφία τῆς ζωῆς, ἡ Λέξη τῆς ζωῆς. ῞Εως Αὐτόν -ἡ ζωή ἦταν ἄλογος, ἀνόητη· ἕως Αὐτόν- ἡ ζωή ἦταν ἀ-λογική, καί γι’ αὐτό μή λογική, σ’ αὐτήν δέν ὑπῆρχε κάποια στοιχειώδης λογική, ὅλα -χάος, τά πάντα- «πανηγύρι μάταιο»· ἕως Αὐτόν -Λόγο τῆς ζωῆς- ἡ ζωή ἦταν ἄλαλη καί ἄφωνη, δέν ἤξερε νά μιλᾶ, νά πεῖ, νά ἐκφράσει, νά ἐκφέρει τόν ἑαυτόν της, τό μυστήριό της, τό βάσανό της, τόν πόνο της, τή χαρά της. Μέ Αὐτόν, ἡ ζωή τά προσλαμβάνει ὅλα αὐτά· ἡ ζωή ἄρχισε νά μιλᾶ, ἐφόσον ἐλλογοποιήθηκε· ἡ ζωή πῆρε νόημα, ἐφόσον ἐλλογοποιήθηκε· ἡ ζωή ἔγινε σοφή, ἐφόσον ἐλλογοποιήθηκε. ᾿Ενῶ ἡ ζωή εἶχε γίνει ἄλογος, μή λογική -χωρίς νόημα, χωρίς στόχο, ἀνόητη- μέ τήν ἁμαρτία καί λόγῳ τῆς ἁμαρτίας.
᾿Εκεῖνο πού γιά τήν ἀνθρώπινη σκέψη, εἴτε τήν ἑλληνική, τή ρωμαϊκή, τήν ἰνδική ἤ ὅποια ἄλλη, ἦταν καί ἔμεινε ἰδανικό ἤ ἰδέα, ἀφηρημένο καί ἐπέκεινα, μέ τήν ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔγινε ζωή, δική μας γήινη ζωή. Γιά τόν Λόγο καί γιά τή Λογική τῆς ζωῆς δέν χρειάζεται νά πᾶμε σ’ ἄλλο κόσμο, ἐφόσον ἡ Λογική καί ὁ Λόγος τῆς ζωῆς εἶναι ἐδῶ, ἀνάμεσά μας. ᾿Εμεῖς ἔχουμε τόν Λόγο τῆς ζωῆς, γι’ αὐτό ξέρουμε τή Λογική τῆς ζωῆς, τό στόχο τῆς ζωῆς, τό νόημα τῆς ζωῆς. ᾿Εάν ὡς τώρα δέν ξέραμε τήν ἀρχή τῆς ζωῆς, ἰδού· ὁ Θεός Λόγος! ᾿Αφοῦ εἶναι ᾿Εκεῖνο «πού ἦταν ἀπό τήν ἀρχή» – «ὃ ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς». ῾Η ζωή δέν εἶναι κάτι χωρίς νόημα, ἀλλά ἐξαρχῆς κάτι θεϊκά λογικό. ᾿Ενῶ ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ δύναμη πού ὅλα τά ἀπολογοποιεῖ, στερεῖ τή θεϊκή λογική, τό θεϊκό νόημα καί τήν πρόνοια. Στήν πραγματικότητα, ἡ ἁμαρτία εἶναι ὁ μόνος ἀπονοητής8 τῆς ζωῆς.

Συγκεκριμένος Θεός ή απρόσωπη δύναμη;


Πολὺ τῆς μόδας ἔγιναν στὴν ἐποχή μας καὶ θεωροῦνται μοντέρνες ἰδέες τὰ θολά, βαλτωμένα ἀπόνερα πολὺ παλιῶν θρησκευτικῶν θεωριῶν γιὰ τὸ τί εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ποιά εἶναι ἡ σημασία του γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Τὸ νὰ μιλάει κανεὶς σήμερα μὲ τοὺς «παρωχημένους» ὅρους Χριστός, Παναγία, Ἁγία Τριάδα, προσευχή, ἄγγελος, δαίμονας, διάβολος, ἅγιος, θαῦμα, Θεὸς καὶ μάλιστα Θεός-πρόσωπο, εἶναι πολὺ ξεπερασμένο. Ἀντιθέτως ἂν πεῖ τὶς μαγικὲς λέξεις ἀνώτερη ἢ ἀπρόσωπη δύναμη, συμπαντικὴ ἢ θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ ἐνέργεια, προσωπικὴ αὔρα, διαλογισμός, γιόγκα, ἐξωσωματικὴ ἐμπειρία κ. λ. π., εἶναι εὐθυγραμμισμένος ἀπόλυτα μὲ τὴν προοδευτική, κουλτουριάρικη διανόηση, πού, νομίζοντας ὅτι ἔχει ἐξελιχθεῖ καὶ φθάσει σὲ ἀνώτερη «γνώση», περιφρονεῖ ὁτιδήποτε δὲν ἀνήκει στὴ «γνώση» αὐτή. 
Ἀλλὰ τί σημαίνει ἀπρόσωπη δύναμη; Μιὰ δύναμη ποὺ δὲν προσωποποιεῖται σὲ μιὰ συγκεκριμένη ὀντότητα. Μιὰ οὐσία, μιὰ φύση ποὺ δὲν ὑλοποιεῖται σὲ μιὰ ἰδιαίτερη ἐνσυνείδητη μορφή, δὲν «ὑποστασιάζεται» σὲ πρόσωπο, ὅπως λέει ἡ θεολογικὴ γλώσσα, δὲν ἀποτελεῖ μιὰ αὐτοτελῆ ὕπαρξη. Συνεπῶς δὲν ἔχει τὰ γνωρίσματα, τὶς ἰδιότητες ἑνὸς διακεκριμένου ὄντος. Δηλαδὴ δὲν ἔχει καμμιὰ συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ της. Δὲν ξέρει ὅτι ὑπάρχει, ἐφόσον δὲν μπορεῖ νὰ σκεφθεῖ. Εἶναι ὑποταγμένη στοὺς νόμους ποὺ διέπουν τὴ φύση της. Δὲν ἔχει προσωπικὴ ἐλευθερία νὰ κινηθεῖ ἔξω ἀπὸ αὐτούς, νὰ ἐνεργήσει, νὰ κάνει κάτι διαφορετικό. Δὲν ἔχει προσωπικὴ θέληση, οὔτε προσωπικὰ συναισθήματα ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο προσωπικὸ χαρακτηρίζει μιὰ χωριστὴ ὕπαρξη. 

Ἂς τὸ δοῦμε, γιὰ πιὸ εὔκολα, σὲ μιὰ φυσικὴ δύναμη. Ἂς πάρουμε τὴν ἐνέργεια σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς γνωστές της μορφές, π. χ. τὸν ἠλεκτρισμό. Γεμίζει τὸν φυσικὸ κόσμο, χωρὶς νὰ ὑλοποιεῖται σὲ μία συγκεκριμένη, ξεχωριστή, συνειδητὴ ὕπαρξη, ποὺ νὰ μπορεῖ δηλαδὴ νὰ σκέφτεται, νὰ αἰσθάνεται, νὰ γνωρίζει ἄλλα ὄντα, νὰ ἔρχεται σὲ σχέση μαζί τους, νὰ ἀγαπᾶ ἢ νὰ μισεῖ. Ὅποιος τὸ ἰσχυρισθεῖ αὐτὸ θὰ θεωρηθεῖ ἀμέσως ἠλίθιος. Ἐκδηλώνεται μόνο ὅπως ἐπιβάλλουν οἱ φυσικοὶ νόμοι ποὺ τὴν διέπουν. Δὲν ἔχει προσωπικὴ ἐλευθερία οὔτε θέληση νὰ πράξει κάτι ποὺ δὲν ἐντάσσεται στοὺς νόμους αὐτούς. Δὲν ἔχει συνείδηση τῆς ὕπαρξής της, δηλαδὴ δὲν ξέρει κὰν ὅτι ὑπάρχει σὰν οὐσία ἢ ἐνέργεια. Εἶναι μιὰ τυφλὴ δύναμη. Ὅποιος μπορεῖ νὰ ἐλέγξει τοὺς φυσικοὺς νόμους, μπορεῖ νὰ ρυθμίσει καὶ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους λειτουργεῖ ὁ ἠλεκτρισμός. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ὑποτάσσει τὸν ἠλεκτρισμὸ καὶ τοῦ ὑπαγορεύει μὲ τί τρόπο θὰ ἐκδηλώνεται. Ἐκεῖ ὅμως ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἔλεγχος τῶν φυσικῶν νόμων, ὁ ἠλεκτρισμὸς δρᾶ τυφλὰ καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕρμαιο τῆς ἀπρόσωπης δύναμής του (π. χ. κεραυνός). Δὲν μπορεῖ νὰ ἐλπίζει σὲ κάποια εὐσπλαχνία ἐκ μέρους μιᾶς ἀδυσώπητης τυφλῆς δύναμης. 
Τί σημαίνει προσωπικὴ ὕπαρξη; Νὰ ὑπάρχει κάποιος μὲ συγκεκριμένη ὀντότητα. Νὰ ἔχει συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ του. Νὰ νοιώθει, νὰ ξέρει ὅτι ὑπάρχει. Νὰ γνωρίζει τὸν ἑαυτό του, δηλαδὴ νὰ μπορεῖ νὰ πεῖ, «εἶμαι ὁ τάδε». Νὰ εἶναι πρόσωπο, προσωπικότητα. Νὰ σκέφτεται, νὰ θέλει, νὰ μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει ἐλεύθερα, εἴτε γιὰ τὸ καλό του εἴτε γιὰ τὸ κακό του. Νὰ ἔχει συναισθήματα, νὰ μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει ἢ νὰ μισήσει. Νὰ μπορεῖ δηλαδὴ νὰ σχετισθεῖ κατὰ βούλησιν μὲ ἄλλα συνειδητὰ ὄντα, νὰ κινηθεῖ πρὸς αὐτὰ ἢ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ κοντά τους. Νὰ ἔχει ὅλα τὰ γνωρίσματα μιᾶς ὕπαρξης ποὺ ἔχει ἐνσυνείδητη αἴσθηση τοῦ ἑαυτοῦ της. 
Τέτοια ὅμως ὕπαρξη ἐνσυνείδητη, προσωπικὴ ὄχι ἀπρόσωπη, εἶναι καὶ ὁ Θεός, ὅπως μᾶς τὸν φανέρωσε ὁ Χριστός. Ἔχει ἀπόλυτη συνείδηση ὅτι ὑπάρχει. Εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐνεργήσει ὅπως θέλει. Δὲν ὑποτάσσεται παρὰ τὴ θέλησή του σὲ κανένα τυφλὸ νόμο. Ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἀγαπάει καὶ μάλιστα ἀπέραντα. Γνωρίζει τὸν ἄνθρωπο, μπορεῖ καὶ θέλει νὰ σχετίζεται μαζί του καὶ μάλιστα τὸν προσκαλεῖ σὲ μία, ἐλεύθερη πάντα, πραγματικὴ ἕνωση μαζί του. Ὅπου ὁ ἄνθρωπος δὲν χάνει τὸ δικό του πρόσωπο, τὴ δική του ὕπαρξη, τὴ δική του αὐτοσυνειδησία. Ἀλλὰ δέχεται τὴν ἐνέργεια (ἀγάπη) τοῦ Θεοῦ καί, χωρὶς νὰ χάσει τίποτε ἀπ’ τὴ δική του ἐνσυνείδητη ὀντότητα, βιώνει καὶ μιὰν ἄλλη θαυμαστὴ πραγματικότητα. Σὰν τὸ σίδερο ποὺ θερμαίνεται στὴ φωτιά, ἑνώνεται μὲ τὴν ἐνέργειά της (τὴ θερμότητα) καὶ κοκκινίζει, χωρὶς νὰ παύει ποτὲ νὰ εἶναι σίδερο. 
Ἡ ἕνωση ὅμως μὲ μιὰ ἀπρόσωπη τυφλὴ θεότητα, λένε οἱ ὑπέρμαχοί της, σημαίνει νὰ διαλυθεῖ ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη μέσα στὴν ἀπρόσωπη ἀνώτερη (;) δύναμη. Ὅπως πέφτει μιὰ σταγόνα στὸν ὠκεανὸ καὶ διαχέεται, χάνεται. Γίνεται ἕνα μαζί του. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ἡ σταγόνα παύει νὰ ὑπάρχει ξεχωριστά, νὰ ἔχει προσωπικὴ ζωή, ἐλευθερία, ὀντότητα. Οὔτε ὁ ὠκεανὸς οὔτε ἡ σταγόνα ἔχουν αἴσθηση ὅτι ὑπάρχουν. Ἡ ὁποιαδήποτε ἐνέργειά τους ὑποτάσσεται στοὺς νόμους ποὺ διέπουν τὴ φύση τοῦ νεροῦ. 
Δηλαδή: Ἕνωση μὲ ἀπρόσωπη δύναμη σημαίνει στὸ ἑξῆς οὐσιαστικὰ ἀνυπαρξία γιὰ μένα, ἀπώλεια τῆς αἴσθησής μου ὅτι ὑπάρχω προσωπικά. Γι’ αὐτὸ καὶ προτιμῶ τὸν Θεὸ ποὺ ὑπάρχει ὡς πρόσωπο καὶ μάλιστα τριαδικά. Τὸν Θεὸ ποὺ ξέρει τί τοῦ γίνεται, γνωρίζει καλὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ γνωρίζει κι ἐμένα μὲ τὸ ὄνομά μου, μὲ ἀγαπάει, μὲ καλεῖ -χωρὶς νὰ μὲ ἀναγκάζει- κοντά του καὶ μοῦ χαρίζει μιὰ αἰώνια, προσωπική, ἐνσυνείδητη ζωή, πληθωρικὰ γεμάτη ἀπ’ τὸν ὑπέροχο πλοῦτο τῆς δικῆς του ζωῆς. Τὸν ἕνα τριαδικὸ Θεὸ ποὺ κοντὰ σὲ μένα γνωρίζει καὶ ὅλα τὰ ἄλλα λογικά του πρόβατα, «τὰ καλεῖ κατ’ ὄνομα» καὶ κάνει τὰ πάντα γι’ αὐτά, ὥστε νὰ τὰ συναγάγει εἰς «μίαν ποίμνην».
Εἶναι ἡ μόνη διαθέσιμη προσφορὰ αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Πῶς νὰ τὴν ἀπορρίψω; 
Γι’ αὐτὸ καὶ «πιστεύω εἰς ἕνα Θεὸν Πατέρα, Παντοκράτορα, …καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, …καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, …τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον…». Στὸν τρισυπόστατο προσωπικὸ Θεό, τὸν ὁποῖο ἀνακαλύπτω καὶ συναντῶ, σὲ μιὰ ἀσύγκριτη σχέση ἀγάπης, μόνο μέσα στὴ μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μου. 
(π. Δ. ΜΠΟΚΟΣ)

Περί Ζηλοφθονίας Του Αρχ. Κυρίλλου Κωστοπούλου – Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Πατρών, Δρος Θεολογίας


ΟΑποτέλεσμα εικόνας για αρχιμανδρίτης κύριλλος κωστόπουλος άνθρωπος, ως δημιούργημα του Θεού της Αγάπης, φανερώνει την αιώνια αλήθεια ότι μπορεί να πραγματώσει την αγαπητική ελευθερία στο να αγαπά τον αδελφό ή να τον απορρίπτει.
Το ότι ο άνθρωπος είναι πνευματική οντότητα και αξία αποδεικνύεται από την ουσιαστική και αληθινή αγάπη που διαθέτει για τον πλησίον, τον αδελφό. Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος προτρέπει τους Ρωμαίους να χαίρουν με εκείνους που έχουν χαρά και να συμπάσχουν με εκείνους που έχουν λύπη: «Χαίρειν μετά χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων» (12, 15).
Στην αντίθετη περίπτωση ο άνθρωπος απορρίπτει την όντως εν Χριστώ ζωή της αγάπης, κλειδαμπαρώνεται στον εγωκεντρικό του χώρο, πικραίνεται αφάνταστα, όταν έρχεται σε επαφή με την ψυχοσωματική αξία του άλλου, βασανίζεται υπαρξιακά και πολλές φορές χάνει τα λογικά του.Αυτή η απαράδεκτη κατάσταση, τόσο στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία όσο καιστην αγιοπατερική διδασκαλία, αποκαλείται «φθόνος».
Ο φθόνος ξεκινά από την ζήλεια και φθάνει στην ζηλοφθονία (ζήλεια και φθόνος μαζί). 

Ο Πλάτωνας έλεγε: «Πρώτον μεν ζήλος, από ζήλου δε φθόνος» (Mενέξενος 242a4). Ο δε Αριστοτέλης ορίζει τον φθόνο ως εξής: «Εστίν ο φθόνος λύπη τις επί ευπραγία φαινομένη των ειρημένων αγαθών περί τους ομοίους» (Ρητορ. 1387b 22-23). Αλλά και στην Πατερική Γραμματεία διαβάζουμε ότι «ο ζήλος και ο φθόνος αλλήλοις εκκρέμανται (αλληλοεξαρτώνται) και ο έχων τούτων τα συναμφότερα έχει» (Εφραίμ Σύρου, Έργα, τόμ. 1, σ. 61).
Στην Παλαιά Διαθήκη, με τη δέκατη εντολή Του ο Θεός εντοπίζει την ρίζα της ζήλειας και του φθόνου στην επιθυμία για τα παντός είδους αγαθά του άλλου: «Ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου, ουκ επιθυμήσεις την οικίαν του πλησίον σου, ούτε […] όσα τω πλησίον σου εστιν» (Έξ. 20, 17).Οι Ιεροί Ευαγγελιστές διασώζουν ότι οι Ιουδαίοι «διά φθόνον παρέδωκαν» τονΘεάνθρωπο Κύριο στον Σταυρικό θάνατο (Ματθ. 27, 18, Μάρκ. 15, 10).
Γι’ αυτό και ο Γρηγόριος Νύσσης αποφαίνεται ότι ο φθόνος είναι «το αρχέκακον πάθος, ο του θανάτου πατήρ, η πρώτη της αμαρτίας είσοδος, η της κακίας ρίζα, η της λύπης γένεσις, η των συμφορών μήτηρ, η της απειθείας υπόθεσις, η της αισχύνης αρχή» (Γρ. Νύσ., Περί του βίου Μωϋσέως, PG 00, 000).Είναι αποδεδειγμένο ότι το δηλητήριο της ζήλειας που καταλήγει σε ζηλοφθονία διαλύει μακροχρόνιες φιλίες, οικογενειακές εστίες, καταστρέφει ακόμη και αυτή την κοινωνική συνοχή ενός ολοκλήρου έθνους.
Ο Μ. Βασίλειοςτονίζει ότι «ώσπερ ιός σίδηρον, ούτως ο φθόνος την έχουσαν αυτόν ψυχήν εξαναλίσκει (κατατρώγει)» (Ομ. ΙΑ’, Περί φθόνου, PG 31, 373-384).Ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, περιγράφοντας τον εσωτερικό κόσμο του ζηλόφθονου, παρατηρεί ότι αυτός έχει τάση να απαξιώνη κάθε τι, τό οπο ο ῖθεωρεί ανώτερο γύρω του: «Αυτός που έχουν καλή φήμη τους μειώνει […] Ποτεὲ δεὲν χαίρεται ο φθονερός για την προκοπή του άλλου» (ΙΘ’ Περί φθόνου και ζήλου, τ. 1, σ. 63).
Γι’ αυτό και ο Οσιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφωνεί: «Φθόνου πάθος ουδέν ολεθριώτερον ψυχαίς ανθρώπων εμφυτεύεται» (PG 96, 413).Είναι γεγονός ότι η ζηλοφθονία δεν προσβάλει μόνον την συνείδηση αυτού που πάσχει από αυτήν, αλλά έχει ως συνέπειες την έχθρα, την χαιρεκακία, τηνφιλονεικία, την καταλαλιά, την απάτη και ακόμη και αυτήν την αχαριστία.
Ο περισσότερο μορφωμένος, ο εξυπνότερος, ο πλουσιώτερος και γενικότερα ο ανώτερος γίνεται εχθρός του ζηλόφθονου. Αυτή η κατάσταση οδηγεί τον άνθρωπο στον αυτοβασανισμό και στην απώλεια της ψυχικής ισορροπίας.
Ο Ιερός Χρυσόστομος το επιβεβαιώνει: «Δεινόν η ζηλοτυπία κακόν· και γαρ εις αφροσύνην εκπίπτει» (PG 54, 491).Με όλα όσα εκθέσαμε πιο πάνω, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η εικόνα του Θεού, ο άνθρωπος, μπορεί να πραγματώση την όντως ζωή μόνον με την αγάπη. Αγάπη προς τον Θεό και την εικόνα Του, τον συνάνθρωπο.

“Θεοκτονία σημαίναι αυτοκτονία” (Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς)


Ο Ευρωπαίος άνθρωπος έχει καταδικάσει σε θάνατο και τον Θεό και την ψυχή. Δεν καταδίκασε όμως έτσι και τον εαυτό του σε θάνατο, από τον οποίο θάνατο δεν υπάρχει ανάσταση; Κάνετε ειλικρινά και αμερόληπτα τον απολογισμό της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, επιστήμης, πολιτικής, κουλτούρας, πολιτισμού, και θα δείτε ότι αυτές έχουν φονεύσει στον Ευρωπαίο άνθρωπο τον Θεό και την αθανασία της ψυχής. Αν όμως προσέξετε σοβαρά στην τραγικότητα της ανθρώπινης ιστορίας, οπωσδήποτε θα εννοήσετε, ότι η θεοκτονία πάντοτε καταλήγει στην αυτοκτονία. Ενθυμείσθε τον Ιούδα; Εκείνος πρώτος φόνευσε τον Θεό και έπειτα εξόντωσε τον εαυτό του. Αυτό είναι αδυσώπητος νόμος, ο οποίος κυριαρχεί στην ιστορία αυτού του πλανήτη.
Το οικοδόμημα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, οικοδομημένο χωρίς τον Χριστό, κατ’ ανάγκην θα καταρρεύσει και μάλιστα πολύ σύντομα, όπως προφήτευσε ο οραματιστής Ντοστογιέφσκι και ο θλιμμένος Γκόγκολ. Και μπροστά στα μάτια μας πραγματοποιούνται οι προφητείες των ορθοδόξων μας Σλάβων προφητών. Δέκα ολόκληρους αιώνες ανεγείρονταν ο ευρωπαϊκός πύργος της Βαβέλ, και ημείς αξιωθήκαμε του τραγικού οράματος: Ιδού, ανεγέρθηκε πελώριο μηδέν! Επήλθε γενική σύγχυση. Άνθρωπος δεν εννοεί άνθρωπο, ψυχή δεν εννοεί ψυχή, έθνος δεν εννοεί έθνος.
Ο Ευρωπαίος άνθρωπος έφθασε στον μοιραίο ίλιγγο, οδήγησε τον υπεράνθρωπο στην κορυφή του πύργου της Βαβέλ του, θέλοντας να αποπερατώσει με αυτόν το οικοδόμημά του, αλλά ο υπεράνθρωπος τρελλάθηκε ακριβώς επάνω στην κορυφή και γκρεμίστηκε από τον πύργο. Και πίσω του ο ίδιος ο πύργος γκρεμίζεται και θρυμματίζεται με τους πολέμους και τις επαναστάσεις. Ο homo europaeicus έπρεπε κατ’ ανάγκην να τρελλαθεί στο τέλος του πολιτισμού του· ο Θεοκτόνος ήταν αδύνατο να μη γίνει αυτοκτόνος. Η Wille zur Macht (Θέληση για δύναμη) μεταβλήθηκε σε Wille zur Nacht (Θέληση για νύχτα).
Νύχτα, βαριά νύχτα έχει καλύψει την Ευρώπη. Γκρεμίζονται τα είδωλα της Ευρώπης και δεν είναι πολύ μακριά η μέρα, κατά την οποία δεν θα μείνει ούτε πέτρα επάνω στην πέτρα από την κουλτούρα και τον πολιτισμό της Ευρώπης, με τους οποίους αυτή ανήγειρε πόλεις και κατέστρεφε ψυχές, θεοποιούσε τα κτίσματα και απέρριπτε τον Κτίστη.
Άδειασε ο ουρανός, διότι ο Θεός δεν είναι μέσα του. Άδειασε η γη, διότι δεν έχει επάνω της αθάνατη ψυχή. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός έκανε τους δούλους του νεκροταφείο. Και αυτός ο ίδιος έγινε νεκροταφείο. «Θέλω να πάω στην Ευρώπη», δηλώνει ο Ντοστογιέφσκι, «και γνωρίζω ότι πηγαίνω σε νεκροταφείο…»
Αναμφίβολα οι αρχές και οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής κουλτούρας και του πολιτισμού είναι Χριστομάχες. Για πολύν καιρό διαμορφωνόταν ο τύπος του Ευρωπαίου ανθρώπου εωσότου αυτός αντικατέστησε τον Θεάνθρωπο Χριστό με την φιλοσοφία και την επιστήμη του, με την πολιτική και την τεχνική του, με την θρησκεία και την ηθική του. Με τα σύγχρονα τεχνικά μέσα και τις πολιτικο-κοινωνικές επαναστάσεις, οι οποίες είναι και αυτές γέννημα και θρέμμα της επανάστασης της Ευρώπης, ο τύπος αυτός του Ευρωπαίου ανθρώπου καθίσταται πρότυπο του τέλειου ανθρώπου σ’ όλη την οικουμένη!
Στη Δύση ούτε γνωρίζουν την Εκκλησία, ούτε γνωρίζουν την οδό, ούτε γνωρίζουν έξοδο από τα αδιέξοδα. Εκεί όλα έχουν βυθιστεί στην ψυχοφθόρα ειδωλολατρία και φιλαυτία, φιληδονία και σαρκολατρία. Γι’ αυτό, Ευρώπη ίσον αναγέννηση της ειδωλολατρίας. Ψευδόχριστοι και ψευδοθεοί έχουν πλημμυρίσει την Ευρώπη και από εκεί εξάγονται σε όλες τις αγορές της Οικουμένης, έχοντας ως κύριο έργο τους να φονεύσουν τον Θεό και την ψυχή στον άνθρωπο και έτσι να στερήσουν από τον κόσμο τη μοναδική ελπίδα και αυτή την ίδια τη δυνατότητα της αληθινής κοινωνίας.
Γράφοντας αυτά, προσπαθούμε να εισδύσουμε στον πυρήνα της ευρωπαϊκής υψηλοφροσύνης, στα δαιμονικά υπόγειά της, απ’ όπου πηγάζουν οι ακάθαρτες πηγές της, τα νερά των οποίων δηλητηριάζουν την οικουμένη. Αυτό καθόλου δεν είναι καταδίκη της Ευρώπης· είναι μόνο μία εκ βαθέων κραυγή και εν προσευχή πρόσκληση στη μοναδική οδό της σωτηρίας μέσω της μετάνοιας.
[Από το βιβλίο: Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός, Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 161, 164, 184 (αποσπάσματα, με γλωσσική απλοποίηση)]

Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν θεία Κοινωνία


Η Θεία Κοινωνία - Askitikon
Ἕνας ἀπό τούς ἰσχυρότερους πειρασμούς πού δέχθηκαν τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ἐμφάνιση τοῦ νέου ἰοῦ (covid-19) συνδέεται μέ τό μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας. Δέν ἦταν τόσο τό κλείσιμο τῶν Ἱερῶν Ναῶν γιά τόν λαό, γιά νά ἀποφευχθῆ ὁ συγχρωτισμός, ὅσο τό ὅτι ἀπό μερικούς ἀμφισβητήθηκε τό  κέντρο τῆς Ἐκκλησίας μας, πού εἶναι τό Σῶμα καί τό Αἶμα τοῦ Χριστοῦ καί ὁ τρόπος τῆς θείας Μετάληψης. Ἰσχυρίστηκαν ὅτι δῆθεν μέσα ἀπό τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μεταφέρονται ἰοί καί μικρόβια, ἐνῶ ἡ πείρα τῶν αἰώνων ἀπέδειξε τό ἐντελῶς ἀντίθετο. Τέτοιες ἀσεβεῖς ἀπόψεις δέν ἐκφράστηκαν μόνον ἀπό «ἀλειτούργητους» καί «ἀκοινώνητους», ἀλλά καί ἀπό κάποιους δῆθεν θεολόγους καί θεολογοῦντες. Γιά νά καταγραφῆ ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας γιά τό σημαντικό αὐτό θέμα καταρτίσθηκε καί δημοσιεύθηκε ἕνα κείμενο 42 σελίδων, ἀπό συνεργάτες τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερoθέου,  μέ τίτλο «Ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γιά τήν Θεία Κοινωνία» καί ὑπότιτλο «Τοποθέτηση σέ τρέχουσες θεολογικές ἀντιρρήσεις καί καταγραφή ἐκκλησιαστικῶν πηγῶν γιά τήν θεία Κοινωνία».

Ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος κατά τήν Συνεδρίασή της, τῆς 12ης Μαΐου 2020, ἀποφάσισε νά ἀποστείλη τό κείμενο αὐτό πρός τούς Σεβ. Μητροπολίτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, γιά τήν ἐνημέρωσή τους καί «κατά τήν ποιμαντικήν κρίσιν ἑκάστου Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου, ἀξιοποίησιν αὐτοῦ». Τίς βασικές θέσεις τοῦ κειμένου αὐτοῦ καταγράφουμε στήν συνέχεια, σέ μιά περίληψη.

 Θεάνθρωπος, θεία Λειτουργία, Ἐκκλησία

Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος τοῦ Τσέλιε, ἀκολουθώντας ὅλη τήν μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας, συνδέει ἄρρηκτα τόν Θεάνθρωπο Χριστό, τήν θεία Λειτουργία καί τήν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ, ὁπότε ἀπό ὅπου ἀπουσιάζει ὁ Θεάνθρωπος Χριστός δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία. Ὁ Χριστός δίνεται στόν κόσμο μέ τό μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας, τό μυστήριο πού συνοψίζει ὅλα τά μυστήρια τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅλα τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μαρτυρία τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου τοῦ Νέου γιά τήν ταυτότητα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέ τήν θεία Λειτουργία, ὡς Εὐχαριστία καί Μετάληψη τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ σαρκωθέντος Λόγου τοῦ Θεοῦ, δείχνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά παύση τήν θεία Λειτουργία, δηλαδή τήν μετάδοση τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ στούς πιστούς, γιατί αὐτό συνεπάγεται τήν ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ της, ὡς τοῦ πραγματικοῦ Σώματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

 Α΄ Μέρος – Θεολογική τοποθέτηση σέ σύγχρονες θεολογικές ἀντιρρήσεις


1. Ἡ παύση τῆς Θείας Λειτουργίας ὡς ὕψιστη πράξη ἀγαπητικῆς αὐτοκένωσης τῆς Ἐκκλησίας

Ἤδη προτοῦ κλείσουν οἱ Ναοί ἀπό τό Κράτος, προτάθηκε ἡ παύση τῆς Λειτουργίας ἀπό θεολόγους καί μάλιστα ὑπῆρξαν περιπτώσεις Ναῶν, οἱ ὁποῖοι ἔκλεισαν πρίν κἄν ἡ Ἱερά Σύνοδος λάβη ὁποιαδήποτε ἀπόφαση. Ἡ θεολογική αἰτιολογία τῆς παύσης τῆς θείας Λειτουργίας ἀπό προϊσταμένους τῶν Ναῶν ὑπῆρξε ἡ χριστιανική ἀγάπη ὡς αὐτοκένωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν ἴδιο της τόν ἑαυτό, δηλαδή τήν θεία Λειτουργία, μέ σκοπό νά προστατευτῆ ἀγαπητικά ἀπό κάθε μολυσμό ἡ κοινωνία τῶν ἀνθρώπων.

Μιά τέτοια ἄποψη δέν μπορεῖ νά στηριχθῆ στήν Ὀρθόδοξη πίστη καί θεολογία περί τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας. Εἶναι τελείως κατανοητή μέσα στό πλαίσιο τῆς πίστης τῶν Προτεσταντῶν, σύμφωνα μέ τήν ὁποία τά Τίμια Δῶρα δέν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἀλλά κτιστά σύμβολα μέ σκοπό τήν ἐνεργοποίηση τῆς μνήμης σέ σχέση μέ τό σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Γιά τόν προστεστάντη Χριστιανό ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν μυστηριακή συμμετοχή του στήν λατρεία, διότι ἁπλούστατα τά πάντα εἶναι κτιστά. Αὐτός εἶναι ἀκριβῶς ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο στόν Προτεσταντισμό εἴτε εἶναι κανείς στό σπίτι εἴτε στήν αἴθουσα ἀνάγνωσης τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι τό ἴδιο πράγμα. Μάλιστα σέ καιρούς ἐπιδημίας γίνεται προφανές ὅτι ἡ ἐξίσωση ἀτομικῆς λατρείας καί κοινῆς λατρείας γέρνει ἀπολύτως ὑπέρ τῆς πρώτης, ἀφοῦ αὐτό ὁρίζεται ὡς χριστιανική ἀγάπη μέ σκοπό τήν ἀπουσία μετάδοσης ἀσθενειῶν.

Ἡ προτροπή, στόν χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, γιά παύση τῆς θείας Λειτουργίας ὡς θυσιαστικῆς ἀγάπης πρός τούς ἀνθρώπους προέρχεται καί ἀπό τήν πεποίθηση ὅτι μέ τήν θεία Μετάληψη εἶναι ἐνδεχόμενο νά μεταδίδεται φθορά καί μολυσμός. Οἱ δῆθεν θεολογικές προϋποθέσεις τῆς πεποίθησης αὐτῆς βασίζονται στή θεώρηση τῆς φύσης, εἴτε κτιστῆς, εἴτε ἄκτιστης, ὡς ἑνός πράγματος στό ὁποῖο ἐπικρατεῖ ἡ ἀναγκαιότητα καί τό ὁποῖο ἐπείγεται γιά τήν ἀτομική του ἐπιβίωση, ἐνῶ τό πρόσωπο εἶναι ἐλεύθερο ἀπό ἀναγκαιότητες. Προβάλλεται ἡ κοινωνία τῶν προσώπων  ὡς ἐναντία στήν ἀτομιστική ἐπιβίωση τῶν φύσεων καί ἡ θεία Μετάληψη θεωρεῖται ὡς σχέση κοινωνίας προσώπων, τῶν πιστῶν καί τοῦ Χριστοῦ, πού ἐναντιώνεται στήν ἐπιβίωση τῆς φύσεως. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ὑποτίμηση τῆς φύσεως, ἀκόμα καί τῆς θεϊκῆς, δίνει τό περιθώριο νά θεωρηθοῦν τά Τίμια Δῶρα ὡς δεκτικά καί φορεῖς μολυσματικῶν, φθοροποιητικῶν, ἰογενῶν ἐπιδράσεων.

Ἡ θεώρηση αὐτή, ὅμως, τῆς θείας Μεταλήψεως ἐμπεριέχει τήν βλάσφημη ἄποψη ὅτι δέν  ἐκπορεύεται ἁγιαστική Χάρη ἀπό τόν Ἄρτο καί τόν Οἶνο, πού ἔγιναν Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, κατά τό Μυστήριο τῆς θείας Λειτουργίας. Ἐδῶ ἀκριβῶς ἐντοπίζει κανείς πλήρη ταύτιση μέ τόν Προτεσταντισμό. Δέν γίνεται παραδεκτή, ὅπως στούς Προτεστάντες, καμμία φυσική παρουσία τοῦ Θεοῦ στά Τίμια Δῶρα. Θεωροῦνται ἁπλῶς ὡς σημεῖα ἤ σύμβολα τῆς κοινωνίας τῶν προσώπων. Οἱ φύσεις τοῦ Χριστοῦ παραμερίζονται ἀπολύτως καί ἔτσι δέν ὑπάρχει κανένα περιθώριο γιά τήν θεοποιό ἐνέργεια τοῦ Ἄρτου καί Οἴνου πού μεταβλήθηκαν σέ Σῶμα καί Αἶμα Χριστοῦ. Ὁπότε πολύ φυσιολογικά παραδέχονται τήν βλάσφημη ἄποψη ὅτι μέσῳ τῆς θείας Μεταλήψεως μεταδίδονται ἰοί καί φθορά.

Μέ τέτοιες ἀπόψεις, πού ὑποτιμοῦν τήν φύση, εἴτε κτιστή, εἴτε ἄκτιστη, καί δέν ἀφήνουν κανένα περιθώριο γιά τήν θεοποιό ἐνέργεια τοῦ Ἄρτου καί Οἴνου πού μεταβλήθηκαν σέ Σῶμα καί Αἶμα Χριστοῦ κατά τήν θεία Λειτουργία, εἶναι φυσιολογική ἡ ἐξίσωση τοῦ «προσεύχομαι στό σπίτι» καί τοῦ «μετέχω τῆς λατρείας στόν Ναό». Αὐτό πού χάνεται γιά τούς φορεῖς αὐτῶν τῶν ἀπόψεων εἶναι ἡ «διαπροσωπική σχέση» μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἡ στέρηση πού ἐπιβάλλεται ἀπό τά μέτρα τοῦ Κράτους. Ὁτιδήποτε ἄλλο, κατά τίς ἀπόψεις τους, ἀναπληρώνεται, ἀφοῦ ἀπό τόν Ἄρτο καί τόν Οἷνο πού καθαγιάζονται στήν θεία Λειτουργία, ἡ ὁποία τελεῖται στό Ἱερό Ναό δέν ἀναμένουν τήν καθαρτική, φωτιστική καί θεοποιό ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Αὐτά τά ἀναμένουν ἀπό τήν «κοινωνία τῶν προσώπων», ὅπως αὐτοί τήν ἐννοοῦν.

Γιά τόν ὀρθόδοξο Χριστιανό, ὅμως, δέν ἐξισώνεται ἡ προσευχή στό σπίτι μέ τήν λατρεία πού τελεῖται στόν Ναό, οὔτε ἡ κοινωνία τῶν πιστῶν μέ τόν Χριστό τελεῖ ἐκτός τῆς μέθεξης τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν ἀπό τήν τεθεωμένη Σάρκα τοῦ Λόγου, οὔτε ἐπίσης τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νά ἀποτελέση φορέα μόλυνσης καί θανάτου, διότι ὁ Κύριος τῆς Ζωῆς δέν κληροδοτεῖ φθορά καί θάνατο. Κατά τόν τρόπο πού ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, παθητή καί θνητή ἑκουσίως, φανέρωνε τήν θεία ζωοποιό ἐνέργεια κατά τίς θαυματουργίες, μέ τόν ἴδιο τρόπο ὁ καθαγιασμένος Ἄρτος καί ὁ Οἶνος τῆς θείας Λειτουργίας ἐνεργεῖ τόν ἁγιασμό τῶν ἀνθρώπων.

Ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας στά Τίμια Δῶρα βλέπει τήν ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων τῶν φύσεων στό πρόσωπο τοῦ Σαρκωμένου Λόγου, ὅπως τήν θεολόγησαν οἱ ἅγιοι Πατέρες. Ἡ σάρκα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἄν καί θνητή πρό τῆς Ἀναστάσεως –ἀπέβαλε τήν φθαρτότητα καί τήν θνητότητα μέ τήν Ἀνάσταση– εἶναι ζωοποιός καί ἐνεργεῖ ὅσα εἶναι τῆς θεότητος, ὄχι ἀφ’ ἑαυτῆς, ἀλλά ἐξαιτίας τῆς ἑνώσεως μέ τήν θεία φύση. Ἀντιστοίχως, ἡ ἐνέργεια τῆς θεότητας ἐκπορεύεται ἀπό τόν Ἄρτο τῆς θείας Λειτουργίας, ὡς τοῦ πραγματικοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ὁ Ἄρτος τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι ζωοποιός, ἁγιαστικός καί θεοποιός.

Στά Εὐαγγέλια ὁ Ἰησοῦς Χριστός θεραπεύει τούς ἀρρώστους μέ τήν ἁφή, μέσω τῆς ὁποίας, διά τοῦ σώματός Του, φανερώνεται καί θαυματουργεῖ ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς θεότητας. Στό κατά Μᾶρκον Εὐαγγέλιο διαβάζει κανείς «Καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν λεπρὸς παρακαλῶν αὐτὸν καὶ γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων αὐτῷ ὅτι ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι. ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς σπλαγχνισθείς, ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· θέλω, καθαρίσθητι. καὶ εἰπόντος αὐτοῦ εὐθέως ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ ἡ λέπρα, καὶ ἐκαθαρίσθη»(Μαρκ.1,40-41).

Ὁ Θεάνθρωπος Χριστός μέ τήν ἁφή καί τήν θεϊκή θαυματουργική Του ἐνέργεια θεραπεύει τόν λεπρό. Ὁ Λόγος τοῦ Πατρός, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός ἐνεργεῖ, ὡς ἑνιαία σύνθετη ὑπόσταση καί μέ τήν ἐνέργεια τῆς ἀνθρώπινης καί μέ τήν ἐνέργεια τῆς θεϊκῆς φύσης Του. Κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή ὁ Χριστός παρέλαβε τήν σάρκα του ὡς συνεργάτη στίς θεραπεῖες καί τίς ἀναστάσεις νεκρῶν, γιά νά δείξη ὅτι κι αὐτή μπορεῖ νά ζωοποιεῖ μέ τήν οὐσιώδη θεία ἐνέργειά Του.

Ὁ Χριστός ὡς ὁ Σαρκωμένος Λόγος ἐνεργεῖ τά ἀνθρώπινα θεϊκῶς καί τά θεϊκά ἀνθρωπίνως. Τό σῶμα τοῦ Σαρκωμένου Λόγου οὐδέποτε χωρίζεται ἀπό τήν θεϊκή ἐνέργεια, διότι εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ Λόγου, τό ὁποῖο προσφέρεται πρὸς βρῶσιν καὶ πόσιν στούς πιστούς. Εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ εὐχαριστιακός Ἄρτος ὡς Σῶμα Χριστοῦ, ὡς Σῶμα τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ Λόγου οὐδέποτε εἶναι χωρισμένος ἀπό τήν θεϊκή ἐνέργεια. Ἑπομένως, εἶναι ἀδύνατον τὸ σῶμα τοῦ ἰδίου τοῦ Λόγου νά ἀποτελεῖ φορέα φθορᾶς.

Ἐν κατακλείδι, ἡ ὑπακοή τῆς Ἐκκλησίας στόν Χριστό δέν μπορεῖ νά μεταδίδει ἰούς καί ἀσθένειες. Διότι ἡ Ἐκκλησία τελώντας τήν θεία Λειτουργία ὑπακούει στόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος «λαβὼν τὸν ἄρτον» εἶπε στούς Μαθητές Του: «λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου· καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον καὶ εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἷμά μου»(Ματθ.26, 26-28), καί στό Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ καταλήγει λέγοντας: «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» (Λκ. 22,19).

Προφανῶς εἶναι βλασφημία νά δεχθοῦμε ὅτι ὁ Χριστός εἶπε στούς Μαθητές Του «τοῦτο ποιεῖτε» ἀφήνοντάς τους ἔκθετους σέ ἀσθένειες καί θάνατο, ὁ Νικητής τοῦ θανάτου.

2. Τό αἴτημα γιά παύση τῆς Θείας Λειτουργίας ὡς μεταρρύθμιση καί ἐκσυγχρονισμός κατά τά πρότυπα τῶν λοιπῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν

Ἀναρωτιοῦνται μερικοί ἀρθρογράφοι, πού δέν ἔχουν σχέση μέ τήν Ἐκκλησία καί ἀγνοοῦν τήν θεολογία της, γιατί δέν μεταρρυθμίζεται ἐπιτέλους ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, γιατί δέν μιμεῖται τό Βατικανό καί τίς Προτεσταντικές Ὁμολογίες στήν παύση τῆς θείας Λειτουργίας στόν καιρό τῆς πανδημίας, ἀλλά μένει κολλημένη στήν δική της παράδοση. Ἡ ἀπάντηση εἶναι σχετικά προφανής. Οὔτε τό Βατικανό, οὔτε οἱ Προτεσταντικές Ὁμολογίες θεωροῦν τήν Ἐκκλησία ἄκτιστη καί κτιστή, ὅπως εἶναι ὁ Χριστός, ὁ σαρκωμένος Λόγος κτιστός ἄνθρωπος καί τέλειος ἄκτιστος Θεός.

Ἡ θεία Χάρη γιά τούς Ρωμαιοκαθολικούς εἶναι κτιστή, εἶναι κτίσμα, δημιούργημα, δέν εἶναι οὐσιώδης ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός γι’ αὐτούς δέν δίνει τίποτε ἀπό τόν Ἑαυτό Του στόν κόσμο. Ἐπικοινωνεῖ μέσω κτισμάτων.

Οἱ Προτεστάντες δέν δέχονται ἀληθῆ παρουσία Χριστοῦ στά Τίμια Δῶρα. Τά Τίμια Δῶρα, σέ ὅποιες Ὁμολογίες ὑπάρχουν καί ἐφόσον ὑπάρχουν, ἀποτελοῦν κτίσματα μόνον, βοηθητικά τῆς μνήμης, ὥστε οἱ πιστοί νά θυμοῦνται τόν Χριστό. Δέν εἶναι πηγές τῆς ἄκτιστης Χάριτος τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἑνώνουν τούς πιστούς μέ τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή μέ τό πραγματικό Σῶμα Του, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἐμπειρία πού ἐκφράζει πολύ χαρακτηριστικά ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας στούς Ἐφεσίους: «ὅτι μέλη ἐσμὲν τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ»(5,30).

Κατά συνέπεια ἡ θεία Λειτουργία εἶναι ἡ ὑπαρκτική ταυτότητα τῶν Ὀρθοδόξων. Ἡ ζωή τοῦ Ὀρθόδοξου Χριστιανοῦ εἶναι ζωή μέσα στήν Ἐκκλησία καί διά τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ζωή, ἡ δύναμη τῆς ὁποίας εἶναι τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ καί τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ φανερώνεται καί παρέχεται στήν θεία Λειτουργία.

Ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ἄλλων Ἐκκλησιῶν νά μήν παύση ἡ θεία Λειτουργία, δέν ἦταν γιά νά διατηρηθῆ κάποιος τελετουργικός τύπος. Ἦταν ὁμολογία πίστεως στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ἦταν ὁμολογία ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. Παύση τῆς θείας Λειτουργίας σημαίνει παύση τῆς πίστης ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. Μέ αὐτήν τήν πίστη ἡ θεία Λειτουργία στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά σταματήση. Ἡ θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ τήν πίστη τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Κύριος ὅλης τῆς δημιουργίας. Ἡ Πολιτεία, βέβαια, ἀποδείχθηκε ὅτι ἔχει ἄλλη ἀντίληψη τῶν πραγμάτων.

Ἡ ἀνακοίνωση τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (16-3-2020) γιά τήν διατήρηση τῆς τέλεσης τῆς θείας Λειτουργίας τίς Κυριακές 7-8 π.μ., μέ παράλληλες παραινέσεις γιά ἀποχή κάθε εὐπαθοῦς ὁμάδας καί κάθε ἀσθενοῦς, φανέρωσε μέ σαφήνεια ὅτι ἡ  Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος λάμβανε σοβαρότατα ὑπόψη της τά ἐπιστημονικά δεδομένα γιά τήν πανδημία, ἀλλά καί δέν παραθεωροῦσε  τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, μέσα στήν ὁποία δέν νοεῖται παύση τῆς θείας Λειτουργίας.

Ἐν τέλει, ἡ ἀποδοχή ἐκ μέρους τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς κρατικῆς ἐντολῆς γιά θεία Λειτουργία μέ μόνους τούς Λειτουργούς μαρτυρεῖ: πρῶτον, τήν σοβαρή στάση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στά ἐπιστημονικά δεδομένα, τά ὁποῖα ἀποτρέπουν τόν συγχρωτισμό τῶν ἀνθρώπων· δεύτερον, τήν πρόνοια τῆς Ἐκκλησίας νά μήν βλασφημηθῆ τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῶν Χριστιανῶν ὡς φορέων τοῦ θανάτου στήν κοσμική κοινωνία μόνον λόγω τοῦ συνωστισμοῦ· τρίτον, τήν ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας πρός ὅλο τόν λαό –Χριστιανούς καί μή– καί μαρτυρεῖ τήν ἄρνηση τῆς Ἐκκλησίας νά λειτουργήση ὡς κομματική μερίδα ἐγείροντας ἐμφυλιακές τάσεις ἐντός τοῦ ἰδίου Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἔχουμε τόν ἐξωτερικό «ἀόρατο πόλεμο» τοῦ κορωνοϊοῦ, δέν ἦταν πρός τό συμφέρον τοῦ λαοῦ νά ἀνάψη καί ἕνας ὁρατός ἐμφύλιος.

Σέ ἄλλες ἐποχές, βέβαια, ἐπειδή τό σύνολο τῆς κοινωνίας πίστευε στόν Ἰησοῦ Χριστό, ἡ σκέψη γιά τήν παύση τῶν ἱεροπραξιῶν ἤ περιορισμό τους σέ μόνους τούς Λειτουργούς σέ περιόδους πανδημιῶν ἦταν ἀδιανόητη. Αὐτό μάλιστα παρά τό γεγονός ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶχαν πλήρη συνείδηση γιά τόν μεταδοτικό χαρακτήρα τῆς μολυσματικῆς ἀρρώστιας. Ὑπάρχουν πολλά ἱστορικά παραδείγματα ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες ἕως τίς μέρες μας.

Ἐν κατακλείδι, μεταρρύθμιση τῆς Ἐκκλησίας μέ παύση τῆς θείας Λειτουργίας, σημαίνει ἔκπτωση ἀπό τήν ὀρθή πίστη στόν Θεάνθρωπο Χριστό, ὁ Ὁποῖος, κυρίως μέσω τῆς θείας Λειτουργίας, εἶναι ἡ Ζωή τοῦ κόσμου.

3. Ἡ ἐπίκριση τῆς ἄποψης τῆς Συνόδου καί τῆς μαρτυρίας ἐπισκόπων καί κληρικῶν ὅτι ἡ θεία Κοινωνία δέν μεταδίδει μολυσματικές ἀσθένειες

Μέ ἀφορμή τή χρήση τῆς ἱερῆς λαβίδας, τοῦ μάκτρου καί τῶν ἱερῶν σκευῶν ἔγινε καί γίνεται μιά μεγάλη συζήτηση περί μεταδοτικότητας μολυσματικῶν ἀσθενειῶν. Μάλιστα, μέ ἄξονα ἀναφορᾶς τήν θέση ὅτι τά Τίμια Δῶρα ἀποτελοῦν ὑλικά τῆς πεπτωκυίας φθαρτῆς φύσεως ἔγινε λόγος γιά μονοφυσίτες καί μονοφυσιτισμό ὡς πρός τήν θεία Μετάληψη.

Ἰσχυρίστηκαν, δηλαδή, ὁρισμένοι ὅτι εἶναι μονοφυσιτισμός νά λέγεται ὅτι ἡ θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ δέν μεταδίδει μολυσματικές ἀσθένειες, διότι ἔτσι παραβλέπεται ἡ φθαρτή φύση τοῦ Εὐχαριστιακοῦ Ἄρτου. Κατά τούς ἰδίους ἐπικριτές τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, φθαρτός ἄρτος σημαίνει μετάδοση μολυσματικῶν ἀσθενειῶν. Ἑπομένως, γιά τούς ἴδιους ἐπικριτές τό νά ἰσχυριστῆ κανείς ὅτι ὁ Εὐχαριστιακός Ἄρτος δέν μεταδίδει μολυσματικές ἀσθένειες ἰσοδυναμεῖ μέ θεώρηση τοῦ καθαγιασμένου Ἄρτου ὡς ἀποκλειστικά θείας φύσεως, ἐξ οὗ κατά τήν γνώμη τους καί ὁ μονοφυσιτισμός.

 Εἶναι γεγονός, ὅτι μεγάλο μέρος Λειτουργῶν ἔχουν βρεθῆ μάρτυρες σέ ἐξωτερικές ἀλλοιώσεις τοῦ Εὐχαριστιακοῦ Ἄρτου, ὅπως π.χ. τοῦ Ἄρτου τῆς Προηγιασμένης θείας Λειτουργίας ἤ τοῦ Ἄρτου τῆς Μεγάλης Πέμπτης, ὁ ὁποῖος φυλάσσεται στό Ἀρτοφόριο τῆς Ἁγίας Τραπέζης κάθε Ἱεροῦ Ναοῦ μέ σκοπό τήν Μετάληψη τῶν ἐχόντων ἀνάγκη σέ ὧρες πού δέν γίνεται θεία Λειτουργία.

Τό γεγονός πιθανῆς ἀλλοίωσης τοῦ Εὐχαριστιακοῦ Ἄρτου μαρτυρεῖ προφανῶς γιά τήν ὑλική του φύση. Ὅμως ἐπειδή ὁ Εὐχαριστιακός Ἄρτος καί ὁ Οἶνος εἶναι ἀληθῶς Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ εἶναι ἀδύνατον νά ἀποτελέση φορέα μολυσματικῶν ἀσθενειῶν. Ὁ Ἄρτος τῆς Ζωῆς δέν μπορεῖ νά εἶναι μέσον θανάτου καί φθορᾶς.

Ἡ ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων τῶν φύσεων στό πρόσωπο τοῦ σαρκωμένου Λόγου βοηθᾶ στήν κατανόηση τοῦ πράγματος. Κατά τόν τρόπο πού πρό τῆς Ἀναστάσεως ἡ παθητή σάρκα τοῦ Κυρίου ἦταν ζωοποιός, μέ τόν ἴδιο τρόπο ὁ Εὐχαριστιακός Ἄρτος ὡς Σῶμα Χριστοῦ εἶναι κτιστός καί γεμάτος ἀπό τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τῆς θεότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἑκουσίως προσέλαβε τήν παθητότητα καί τήν θνητότητα τῆς φύσεώς μας, γιά νά μᾶς δωρίση τήν νίκη ἐναντίον τοῦ θανάτου. Ἐκουσίως προσλαμβάνει καί τόν ἄρτο τῆς ὑποκείμενης στήν φθορά φύσεως, τόν κάνει μυστηριακά Σῶμα Του, γιά νά μᾶς μεταδώση τήν Ζωή Του, τήν ὁποία «θάνατος οὐκέτι κυριεύει».

Πέραν αὐτῶν, ὑπάρχουν δεκάδες μαρτυρίες ζώντων καί κεκοιμημένων Λειτουργῶν τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι κατέλυαν τήν θεία Κοινωνία εἴτε ἐκκλησιάσματος μέ ἐξόχως μολυσματικές ἀσθένειες, εἴτε μέ κάθε εἴδους ζωντανῶν ὀργανισμῶν (ζωϋφίων, ἐντόμων κλπ), οἱ ὁποῖοι ἐξ ἀτυχήματος συγκεντρώνονταν στό ἱερό Ποτήριο. Ὅλες αὐτές οἱ μαρτυρίες ἐπιβεβαιώνουν ὅτι ἡ θεία Χάρη ἐνεργεῖ ἀπό τόν Εὐχαριστιακό Ἄρτο ὡς  ἀπολύτως ἀποτρεπτική κάθε φθορᾶς.

Πάντως, ἡ παραδοχή ἀπό μερικούς τῆς μετάδοσης νοσημάτων ἀπό τόν Εὐχαριστιακό Ἄρτο εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς θεώρησής του ὡς ἀποκλειστικά κτιστοῦ καί μάλιστα φθαρτοῦ. Παραθεωρεῖ τελείως τό μυστήριο τῆς μεταβολῆς τῶν δώρων σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ.

Μιά τέτοια θεώρηση ὅμως μηδενίζει τήν ἄκτιστη ἐνέργεια πού ἐκπορεύεται ἀπό τό Σῶμα τοῦ σαρκωμένου Λόγου καί καθιστᾶ κτιστολάτρη καί φθαρτολάτρη, ὅποιον πιστεύει στήν μετάδοση φθορᾶς ἀπό τό ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Κυρίου. Ἑπομένως, μονοφυσίτες δέν εἶναι ὅσοι πιστεύουν στήν ἀπουσία μετάδοσης ἀσθενειῶν ἀπό τόν Εὐχαριστιακό Ἄρτο, ἀλλά δυστυχῶς, μονοφυσίτες καί φθαρτολάτρες εἶναι ὅσοι πιστεύουν ὅτι ὁ Ἄρτος τῆς Ζωῆς μπορεῖ νά εἶναι καί πρόξενος φθορᾶς.

Ἕνα ἄλλο ζήτημα πού συζητήθηκε πολύ ἦταν ὁ τρόπος τῆς θείας Μετάληψης διά τῆς λαβίδος, ἡ πιθανή μετάδοση μολυσμοῦ μέσῳ τοῦ μάκτρου, ἐναλλακτικοί τρόποι θείας Μετάληψης κλπ. Ὅλη ἡ συζήτηση σχετικά μέ τό τί κολλάει καί τί δέν κολλάει ἀναφορικά μέ τόν τρόπο Μετάληψης εἶναι μιά ἀπολύτως ἀδιέξοδη σχολαστική λεπτολογία.

Ὁ ἄνθρωπος προσέρχεται νά μεταλάβη τόν Ἄρτο τῆς Ζωῆς, πού εἶναι τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος τῆς ζωῆς οἰκονομεῖ στόν καθένα μας τί θά συμβῆ καί τί δέν θά συμβῆ. Δέν μπορεῖ ὁ Χριστιανός νά συμπεριφέρεται ὡς βαριά νευρωτικός καί ψυχαναγκαστικός μέ μικροβιακές ἐμμονές ἔμπροσθεν τοῦ μεγαλύτερου θαύματος τῆς δημιουργίας, τῆς ἴδιας τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἡ ὁποία ἀνακαινίζει τό σύμπαν καί καθιστᾶ τόν ἄνθρωπο σύσσωμο καί σύναιμο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Πέραν αὐτῶν ὁ τρόπος Μετάληψης εἶναι καθιερωμένος ἐδῶ καί πολλούς αἰῶνες ἀπό τήν Ἐκκλησία καί μιά ὁποιαδήποτε ἀλλαγή δέν μπορεῖ νά γίνη ἀπό μιά μόνον Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία ἤ ἕνα Πατριαρχεῖο ἤ, πολύ περισσότερο, ἀπό ἕναν Ἱερέα ἤ Ἐπίσκοπο, ἀλλά ἀπό ὅλη τήν Ἐκκλησία μέ θεολογικά κριτήρια καί θεολογικό τρόπο.

Β΄ Μέρος – Ἡ παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γιά τήν θεία Κοινωνία

Ἡ παράδοση τῶν ἁγίων Πατέρων, ἀπό τούς Ἀποστολικούς Πατέρες ἕως τούς συγχρόνους ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας, μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Ἄρτος καί ὁ Οἶνος τῆς Εὐχαριστίας, εἶναι Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, εἶναι «φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτος τοῦ μὴ ἀποθανεῖν, ἀλλὰ ζῆν ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ διὰ παντός» (ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος). Δέν μεταδίδει φθορά, ἀσθένειες καί θάνατο, ἀλλά ζωή, ὄχι μόνο στήν ψυχή, ἀλλά καί στό σῶμα. Τήν διδασκαλία αὐτή συναντοῦμε στόν ἅγιο Ἰουστῖνο Φιλόσοφο καί Μάρτυρα καί στόν ἅγιο Εἰρηναῖο Ἐπίσκοπο Λυῶνος.

Βέβαια, γιά νά ἐνεργήση τό μυστήριο τήν ζωή τῆς ψυχῆς και τοῦ σώματος ὑπάρχουν προϋποθέσεις. Εἶναι ἀδύνατον ὁ Εὐχαριστιακός Ἄρτος νά εἶναι μεταδοτικός φθορᾶς, διότι εἶναι ὁ Ἄρτος τῆς Ζωῆς. Ἡ Ζωή δέν κληροδοτεῖ θάνατο. Σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, ἡ καταδίκη πού ἐπιφέρει ὁ ἄνθρωπος στόν ἑαυτό του προσερχόμενος ἀναξίως συνίσταται ἀκριβῶς στήν ἀπουσία ἐπιγνώσεως ὅτι μεταλαμβάνει τόν Ἄρτο τῆς Ζωῆς, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.

Στόν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρίας φανερώνεται μέ σαφήνεια μέ ποιόν τρόπο ὁ Ἄρτος τῆς Ζωῆς εἶναι πρόξενος ζωοποίησης τόσο τῆς ψυχῆς, ὅσο καί τοῦ σώματος. Μέ ἐπίκεντρο τό θαῦμα τῆς ἀνάστασης τοῦ νέου τῆς Ναΐν καί τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου ἀναφέρεται στήν μία καί συγγενῆ δι’ ἀμφοῖν ἐνέργεια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.  Ὁ Χριστός κράτησε τό χέρι τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου καί τήν ζωοποίησε μέ τό παντουργὸ πρόσταγμά Του.  Ἐνήργησε μέ τήν ἁφή τῆς σαρκός Του καί μέ τό θεῖο πρόσταγμα. «Μίαν καὶ συγγενῆ» διά τῶν δύο φύσεων ἐπέδειξε τὴν ἐνέργεια. Τό ἴδιο καί στήν ἀνάσταση τοῦ νέου τῆς Ναῒν. «Ἥψατο τῆς σοροῦ», καί προσέταξε: «Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι».

Μέ τήν ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὁ ἅγιος Κύριλλος ἑρμηνεύει τήν ἀντίδοση τῶν ἰδιωμάτων μεταξύ τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων καί τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.  Ἄν μέ τήν ἁφή «τῆς ἁγίας σαρκὸς» ζωοποιοῦνται οἱ νεκροί, πόσο πλουσιώτερη δέν θα κερδίσουμε «τὴν ζωοποιὸν εὐλογίαν, ὅταν αὐτῆς καὶ ἀπογευσώμεθα;». Θά μᾶς μεταποιήση καί θά μᾶς δώση τό δικό της ἀγαθὸ, δηλαδή τὴν ἀθανασία. Οἱ φθαρτοὶ στὴν φύση, μέ τήν μίξη τῆς ὄντως ζωῆς «ἀναστοιχειούμεθα» καί καλούμαστε «πρὸς ἀφθαρσίαν».

Ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου ἀφορᾶ τόν ὅλο ἄνθρωπο, τό σῶμα καί τήν ψυχή του. Τά Τίμια Δῶρα ὡς Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, σύμφωνα μέ τόν  ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, ἐνεργοῦν τήν θέωση τοῦ ἀνθρώπου, τόσο κατά τήν ψυχή ὅσο καί κατά τό σῶμα του.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἐξηγεῖ τήν χρήση τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου γιά τήν μεταβολή σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ ὡς συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ στήν ἀνθρώπινη συνήθεια τῆς βρώσης τοῦ ἄρτου καί τῆς πόσης τοῦ οἴνου.

Στόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο τονίζεται ἡ σωματική καί νοερά αἴσθηση τῆς ἐνεργουμένης θεώσεως διά τῆς θείας Κοινωνίας στούς ἀξίους. Ψέγει μάλιστα αὐτούς πού θεωροῦν ὅτι ἡ κοινωνία μέ τόν Θεό γίνεται «ἀγνώστως καί ἀναισθήτως».

Κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ ὁ Χριστός μᾶς χαρίζει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν «διἀ τοῦ θείου Βαπτίσματος, διά τῆς τῶν οἰκείων ἐντολῶν τηρήσεως, διά τῆς μετανοίας ἤν τοῖς πταίουσιν ἐχαρίσατο, καί διά τῆς μεταδόσεως τοῦ οἰκείου σώματός τε καί αἵματος». Ὁ Χριστός μέ τό ἅγιο Βάπτισμα γίνεται Πατέρας τῶν ἀνθρώπων καί μέ τήν Θεία κοινωνία Μητέρα. Μᾶς «τρέφει μαστοῖς οἰκείοις, ὡς ὑπόμαζια βρέφη μήτηρ φιλόστοργος». Οἱ δύο μαστοί εἶναι τό ἅγιο Βάπτισμα καί ἡ θεία Κοινωνία. Ἀπό αὐτά τά δύο μυστήρια ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία μας.

Πλούσιο ὑλικό γιά τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας ὑπάρχει στό βιβλίο «Περί τῆς συνεχοῦς μεταλήψεως τῶν ἀχράντων τοῦ Χριστοῦ μυστηρίων», πού ἐπιμελήθηκε ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. Εἶναι σημαντικός ὁ ἀκόλουθος συμπερασματικός λόγος του:

«Ἀδελφοί μου, ἀφοῦ ἀποδείχθηκε ἀπό τίς μαρτυρίες πού ἀναφέραμε ὡς τώρα ὅτι εἶναι ἀναγκαία στούς μή κωλυόμενους Χριστιανούς ἡ συχνή θεία Μετάληψη, εἶναι ἀπαραίτητο νά κοινωνοῦμε καί ἐμεῖς συχνά, γιά νά ἔχουμε μέσα μας τήν ζωή, πού εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, γιά νά μήν ὑποστοῦμε τόν ψυχικό θάνατο. Ὅσοι δέν τρέφονται συχνά ἀπό αὐτήν τήν πνευματική τροφή, βεβαίως πεθαίνουν. Ἄν καί φαίνονται πώς ζοῦν σωματικά, ψυχικά εἶναι νεκροί, γιατί ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τήν πνευματική καί ἀληθινή ζωή πού δίνει ἡ ἁγία Μετάληψη».

Ὁ σύγχρονός μας ἅγιος Πορφύριος, ἐκφράζοντας τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, ἔλεγε: «Νά ζοῦμε τά μυστήρια, ἰδιαίτερα τό μυστήριο τῆς θείας Κοινωνίας. Σ’ αὐτά  βρίσκεται ἡ Ὀρθοδοξία. Προσφέρεται ὁ Χριστός στήν Ἐκκλησία μέ τά μυστήρια καί κυρίως μέ τήν θεία Κοινωνία».

Ἡ Ὀρθοδοξία, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τά λειτουργικά, ἀλλά καί τά δογματικά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας παρέχει τήν Ζωή τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμου, μέσω κυρίως τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Λειτουργίας, στήν ὁποία δίνεται πρός βρῶσιν καί πόσιν τό πραγματικό Σῶμα καί τό πραγματικό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὄχι σύμβολά τους.

Στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας ἀνθεματίζονται αὐτοί πού λένε ὄτι ἄλλη εἶναι ἡ θεία Λειτουργία πού τώρα τελοῦμε ἀπό ἐκείνη πού τέλεσε ὁ Χριστός παραδίδοντας τό Μυστήριο στούς Ἀποστόλους καί ὅτι οἱ τώρα τελούμενες πρὸς ἐκείνη μόνον «φανταστικῶς καὶ εἰκονικῶς» ἀναφέρονται. Ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας διά τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ σήμερα καί πάντοτε τελουμένη Θυσία εἶναι ἀπαράλλακτη, μία καὶ ἡ αὐτὴ μέ ἐκείνη πού τέλεσε ὁ Χριστός καί κατόπιν οἱ Ἀπόστολοι.

Ἀντί συμπεράσματος

Ἡ θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ τήν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί μέλη της ὅσοι μεταλαμβάνουν τοῦ Ἄρτου τῆς Ζωῆς, δηλαδή τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ μετάληψη τοῦ Ἄρτου τῆς Ζωῆς εἶναι ἕνωση (γιά ὅσους εἶναι κατάλληλα προετοιμασμένοι) μέ τόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό. Εἶναι κατάργηση τοῦ θανάτου καί τελικός προορισμός τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀναιρέτις τῆς φθορᾶς. Δέν μεταδίδει ἀσθένειες. Μεταδίδει ὑγεία καί ζωή σ’ αὐτούς πού διακρίνουν στόν ἄρτο καί τόν οἶνο τῆς Εὐχαριστίας τό Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ θεία Λειτουργία δέν παύεται, διότι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός δέν παύεται. Ἡ θεία Λειτουργία εἶναι ἡ μόνη σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, γιατί εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἐνεργῶν τήν ἀνακαίνιση τοῦ κόσμου.

Ἀναλυτικότερα γιά τήν μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας σχετικά μέ τήν κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ βλέπε στό ἄρθρο: «Ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας γιά τήν Θεία Κοινωνία», στήν ἠλεκτρονική διεύθυνση: https://parembasis.gr/index.php/el/6199-2020-04-11b,  απ’ όπου ελήφθη το παρόν.